Το χρονικό της ανακάλυψης


Το θέατρο (1923)

Η Σαμοθράκη, ένα σχετικά μικρό και απομονωμένο νησί στο βορειοανατολικό Αιγαίο, όφειλε στην αρχαιότητα τη φήμη της στη μυστηριακή λατρεία των Μεγάλων Θεών, οι τελετές μύησης των οποίων υπόσχονταν προστασία στη θάλασσα και την ευκαιρία, όπως γράφει ο Διόδωρος Σικελιώτης1, γίνεσθαι καὶ εὐσεβεστέρους καὶ δικαιοτέρους καὶ κατὰ πᾶν βελτίονας ἑαυτῶν τοὺς τῶν μυστηρίων κοινωνήσαντας (= όσοι παίρνουν μέρος στα μυστήρια γίνονται και ευσεβέστεροι και δικαιότεροι και καλύτεροι από κάθε άποψη). Στα νεότερα χρόνια, η πρωιμότερη αναφορά στις αρχαιότητες του Ιερού των Μεγάλων Θεών βρίσκεται στο χρονικό της σύντομης παραμονής του Κυριακού της Αγκόνας (1391-1452) στη Σαμοθράκη το 14442. Από τα μέσα του 19ου αι. το νησί έχει αρχίσει να τραβά την προσοχή των Ευρωπαίων αρχαιολόγων, ως αποτέλεσμα του ενδιαφέροντος για τους Μεγάλους Θεούς και τα μυστήρια, ενώ η πρώτη ανασκαφή στο ιερό έγινε το 18543. Το 1858 ο Γερμανός Alexander Conze που ταξιδεύει στα νησιά του θρακικού πελάγους καταγράφει στη Σαμοθράκη τα ορατά μνημεία και πολλές αρχαίες και βυζαντινές επιγραφές που δημοσιεύει το 1860 στο Ανόβερο4.

Charles Champoiseau / Σαρλ Σαμπουαζό (Πηγή εικόνας: Wikipedia)

Τρία χρόνια αργότερα, το 1863, ο Charles Champoiseau, επικεφαλής προσωρινά του γαλλικού προξενείου στην Αδριανούπολη, ανακαλύπτει το άγαλμα της Νίκης. Μετά τον Κριμαϊκό πόλεμο ο αυτοκράτορας Ναπολέων Γ΄ επιδιώκοντας να ενισχύσει τη γαλλική παρουσία στα Βαλκάνια και στη Μαύρη Θάλασσα, ιδρύει πολλά προξενεία και υποπροξενεία, ανάμεσα στα οποία και αυτό της Φιλιππούπολης το 1857. Εδώ διορίζεται πρόξενος ο Champoiseau, την προσοχή του οποίου τραβούν αρχικά οι διάσπαρτες με τύμβους θρακικές πεδιάδες. Όμως, τα αιτήματά του για χρηματοδότηση ανασκαφών στους τύμβους της πεδιάδας του ποταμού Έβρου-Marica δεν είχαν την τύχη που είχε ανάλογο αίτημά του το 1862 για χρηματοδότηση ανασκαφών στη Σαμοθράκη, την οποία είχε επισκεφθεί όταν, τον ίδιο χρόνο, είχε γίνει προσωρινός πρόξενος στην Αδριανούπολη5. Πραγματικά, η ανασκαφή το 1863 στο Ιερό των Μεγάλων Θεών οδήγησε στην ανακάλυψη της Νίκης. O Champoiseau δεν δημοσίευσε τα αποτελέσματα των ανασκαφών του, αλλά άφησε μία πολύ σύντομη και γραφική αφήγηση των δύο πρώτων του αποστολών που δημοσιεύθηκε στα Revue archéologique του 18806 και Gazette des Beaux-Arts το 1963 7. Περισσότερο ακριβή και λιγότερο επιλεκτικά είναι τα έγγραφα που είναι σύγχρονα με την ανακάλυψη της Νίκης, τα οποία δίνουν μία πληρέστερη εικόνα των εργασιών του Champoiseau στη Σαμοθράκη την άνοιξη του 18638, και ιδιαίτερα το Rapport sur les travaux de fouilles exécutés dans l’île de Samothrace avec les fonds du Ministère d’État9. Αν και οι περιγραφές του Champoiseau είναι ακριβείς στην πλειονότητά τους, οι ερμηνείες ή οι χρονολογήσεις δεν στηρίζονται επιστημονικά, η μέθοδος της δουλειάς του, όπως δείχνουν τα σχέδια και τα σκαριφήματά του, υστερεί σε σύγκριση με τις εξελίξεις της εποχής, ενώ τα συμπεράσματά του είναι μερικές φορές υπερβολικά, όπως ο περίφημος «τάφος ενός στρατηγού του Αλεξάνδρου»10 που βρέθηκε μέσα στο Μνημείο της Νίκης.

Δεν είναι τυχαίο ότι τον ίδιο χρόνο ο Frank Calvert, ένας Άγγλος που υπηρετούσε ως προξενικός αντιπρόσωπος των Ηνωμένων Πολιτειών στα Δαρδανέλλια, έκανε τις πρώτες ανασκαφές στην Τροία11. Η σύμπτωση αυτή δείχνει ότι η Σαμοθράκη και η Τροία δεν συμπορεύθηκαν μαζί μόνο στον μύθο12 και την ιστορία αλλά και στην αρχαιολογική έρευνα. Όμως, πίσω από τα αρχαιολογικά ενδιαφέροντα των διπλωματικών υπαλλήλων, υποκρύπτεται το έντονο ενδιαφέρον των κυβερνήσεων της Δύσης για την περιοχή αυτή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας13. Το καλοκαίρι του 1866 μία επίσημη γαλλική επιστημονική αποστολή που την αποτελούν δύο αρχαιολόγοι, οι G. Deville και E. Coquart, συνεχίζει για δύο μήνες την έρευνα στη Σαμοθράκη, αναλαμβάνοντας να επαληθεύσει, να διευκρινίσει και να διορθώσει την αναφορά που είχε κάνει ο Champoiseau το 1863. Οι Deville και Coquart χαρτογραφούν με αρκετές ελλείψεις τα μνημεία του Ιερού επικεντρώνοντας το ενδιαφέρον τους στη Θόλο της Αρσινόης Β΄, αφαιρούν για το Μουσείο του Λούβρου σημαντικά αρχιτεκτονικά μέλη, αλλά γενικά κάνουν τα ίδια λάθη με τον Champoiseau14.

Παλαιόπολη 1875. O Alexander Conze μπροστά στη σκηνή του. Φωτογραφία W. Burger

Οι αυστριακές αποστολές στα 1873 και 1875 που διευθύνει ο A. Conze και συμμετέχουν δύο αρχιτέκτονες, οι A. Hauser και G. Niemann, καθώς και ο ειδικός στην πλαστική O. Benndorf, διεξάγουν τις πρώτες συστηματικές ανασκαφές στο Ιερό. Η κυβέρνηση της Αυστρίας είχε ανταποκριθεί στο σχετικό αίτημα του Conze (άλλωστε η Σαμοθράκη βρισκόταν μέσα στη σφαίρα του Αυστριακού εμπορίου και της Αυστριακής πολιτικής)15. Η ανασκαφή του Conze, που από την άποψη της υλικοτεχνικής υποδομής διέθετε όλα τα τότε δυνατά μέσα, έγινε πρότυπο την εποχή εκείνη, χρησιμοποιώντας τη φωτογραφία και άλλες σύγχρονες τεχνικές για την εξυπηρέτηση νέων στόχων. Αντί της ανασκαφής που γίνεται για την ανεύρεση εντυπωσιακών μεμονωμένων αντικειμένων όπως η Νίκη, η αρχαιολογική έρευνα τώρα κατευθυνόταν στη μελέτη και ερμηνεία αρχιτεκτονικών καταλοίπων, στην ανάλυση της τεχνολογίας της κατασκευής και στην ακριβή μέτρηση και λεπτομερή σχεδίαση μιας κάτοψης ενός αρχαιολογικού χώρου στο σύνολό του. Η εξέλιξη αυτή που εντοπίζεται από το 1870 και εξής, οφείλεται κυρίως στους Γερμανούς ανασκαφείς στο Αιγαίο, Conze, Curtius και Dörpfeld. Η δημοσίευση16 σε δύο μεγάλους τόμους των εργασιών αυτών αποτέλεσε την πρώτη «σύγχρονη» δημοσίευση ανασκαφής στην ιστορία της αρχαιολογικής έρευνας, με σχέδια καμωμένα από αρχιτέκτονες και πραγματικές φωτογραφίες εξαιρετικής ποιότητας17. Για πρώτη φορά δημοσιεύεται ένα ακριβές σχέδιο των ερειπίων που βρίσκονται στη θέση του Μνημείου της Νίκης, οδηγώντας στην ταύτιση της βάσης του αγάλματος που είχε τη μορφή της πλώρης18.

Η τυχαία συνάντηση του Champoiseau με τον Conze τον Μάιο του 1879, κατά την οποία ο τελευταίος ανακοίνωσε στον πρώτο την πορεία των ερευνών του και ιδιαίτερα την ανακάλυψη σχετικά με τη βάση της Νίκης και τη γενική όψη του μνημείου19, έφεραν τον πρώτο τρεις μήνες αργότερα στη Σαμοθράκη με στόχο τη μεταφορά των μαρμάρων της βάσης της Νίκης που ταξιδεύουν για τη Μασσαλία και από εκεί στο Λούβρο20. Ο Champoiseau ενημερώνει λεπτομερώς τον O. Benndorf για τα αποτελέσματα της αποστολής του21 και οι παρατηρήσεις του επιβεβαιώνουν τις υποθέσεις των Αυστριακών για τη μορφή του πλοίου. Η έρευνα του τελευταίου22 αποτέλεσε τη βάση για τη δεύτερη αποκατάσταση23 του αγάλματος της Νίκης στο Μουσείο του Λούβρου (1880-3). Ωστόσο, το γεγονός ότι ο Champoiseau είχε μεταφέρει στην Ευρώπη όλες τις αρχαιότητες που βρήκε στη Σαμοθράκη χωρίς να αφήσει στις Οθωμανικές αρχές το μέρος που ανήκε στο Αυτοκρατορικό Μουσείο της Κωνσταντινούπολης, έγινε η αιτία της απαγόρευσης σε αυτόν διενέργειας νέων αρχαιολογικών ανασκαφών μέσα στα όρια της Αυτοκρατορίας. Όμως, ύστερα από δέκα χρόνια συνεχών αρνήσεων, ο Champoiseau εξασφαλίζει την άδεια να κάνει ανασκαφές στη Σαμοθράκη για να βρει το κεφάλι της Νίκης και την άνοιξη του 1891 έχει στη διάθεσή του 6.000 φράγκα και ένα πλοίο24 του Εθνικού Στόλου, το οποίο στις 20 Ιουνίου τον μεταφέρει στη Σαμοθράκη στην «καταστροφική» 3η αποστολή του25. Ο Champoiseau, με την ελπίδα της ανεύρεσης και άλλων κομματιών του αγάλματος, άρχισε ανασκαφές στην περιοχή ανεύρεσης της Νίκης, όπου μόλις και αναφέρει την ανακάλυψη του Θεάτρου, και στην περιοχή του Αναθήματος της Μιλησίας.

N.B. Φαρδύς (1853 - 1901)

Με την αποστολή αυτή του Champoiseau εμφανίζεται στο προσκήνιο της αρχαιολογικής έρευνας του νησιού ο αρχαιόφιλος Ν. Β. Φαρδύς ο οποίος επίσημα ασκεί καθήκοντα διερμηνέα, όμως είχε πολύ ουσιαστικότερο ρόλο. Ο Ν. Β. Φαρδύς, σημαντική προσωπικότητα της Σαμοθράκης στα τέλη του 19ου αι., σπούδασε ιατρική στη Μασσαλία (1880-5) όπου ταυτόχρονα ασχολήθηκε με τη γλώσσα εκδίδοντας τη Διατριβη περι ατονου και απνευματιστου γραφης της Ελληνικης γλωσσης και, πριν την επιστροφή του στη Σαμοθράκη το 188726, δίδαξε ελληνικά στους ελληνόφωνους του χωριού Καργκέζε της Κορσικής27. Ο Φαρδύς ήταν εκείνος που, στο πλαίσιο της τελευταίας αποστολής Champoiseau, έσκαψε πρώτος στη Νότια Νεκρόπολη28, το σημαντικότερο από τα νεκροταφεία της αρχαίας πόλης της Σαμοθράκης, ενώ ιδιαίτερα σημαντική ήταν η συμβολή του στη μελέτη των επιγραφών της Σαμοθράκης. Εκτός από το Journal de la mission de Mr Champoiseau à Samothrace, juin-juillet 1891, επίσημη έκθεση-ημερολόγιο της αποστολής που διατηρείται στα αρχεία της Γαλλικής πρεσβείας στην Κωνσταντινούπολη29, πληροφορίες για την αποστολή αυτή μας έχει αφήσει και ο Φαρδύς στο χειρόγραφό του Φ330. Η πρώτη φροντίδα του Champoiseau στη Σαμοθράκη ήταν η προετοιμασία φόρτωσης στο Troude αρχιτεκτονικών μελών επειδή «το μεγαλύτερο μέρος από τα σημαντικά μάρμαρα που είχε αφήσει άθικτα φεύγοντας από τη Σαμοθράκη το 1879 ήταν σπασμένα και ακρωτηριασμένα από τους κατοίκους της Σαμοθράκης». Για «να σώσει από την ολοκληρωτική καταστροφή τα τελευταία ίχνη που υπήρχαν» μεταφέρει στην παραλία, με σκοπό να παραδοθούν στο Μουσείο της Κωνσταντινούπολης, πρώτα έναν κίονα από γρανίτη του μεγάλου δωρικού ναού με λατινική επιγραφή δημοσιευμένη από τον Conze31, στη συνέχεια μία ακέραιη σίμη από τη Θόλο της Αρσινόης Β΄32, τον όγκο και το βάρος της οποίας μείωσαν οι μηχανικοί του Troude με καλέμι για να γίνει ευκολότερη η μεταφορά, και στη συνέχεια όλα τα μέλη που μπορούσαν να έχουν κάποιο ενδιαφέρον για την τέχνη και την επιστήμη. Περιγράφοντας την ανασκαφή του Champoiseau, ο Φαρδύς αναφέρει στο χειρόγραφό τα εξής33:

«Ανασκαπτων (ο Champoiseau) τα περιξ της Νικης, ανεκαλυψεν ημικυκλικην οικοδομην ‖5 34 της οποιας η χορδη ειναι 16 μετρων, κατεσκευασμενην εκ γρανιτου λιθου βαθεος‖ ερυθρου χρωματος, και αποτελουμενην εκ διαδοχικων βαθμιδων, υπερ των εικοσι‖ τον αριθμον, ητις, ως εκ της θεσεως της, απεναντι του αρχαιου ναου των Κα-‖ βειρων, θα ητο, η τοπος συναθροισεως των μεμυημενων, δια τας εξωτερικας‖τελετας, η θεατρον. Η ευρεσις δ’ εκει τετραγωνου μαρμαρου φεροντος βαθεις‖10 τους τυπους των ποδων αγαλματος φυσικου μεγεθους μαρτυρει την εξ αγαλμα-‖ των διακοσμησιν του θεατρου τουτου.»‖.

Όπως μας πληροφορεί ο O. Kern35, ο οποίος επισκέφθηκε τη Σαμοθράκη στο πλαίσιο της έρευνάς του για τη δημοσίευση του ναού των Καβείρων στη Θήβα έναν χρόνο μετά την τελευταία επιχείρηση του Champoiseau, ο τελευταίος, σύμφωνα με όσα μετέφερε ο Φαρδύς στον Kern, άρχισε την ανασκαφή του στο πόδι της πλαγιάς του Μνημείου της Νίκης, «εκεί που στέκονται τα τεράστια πλατάνια, πάνω από τα οποία σήμερα το βλέμμα περιπλανιέται προς τη θάλασσα και τα βουνά της Θράκης»36. Προχωρούσε από κάτω προς τα πάνω ρίχνοντας την ανεσκαμμένη επίχωση στις περιοχές που είχε λίγο πριν ανασκάψει. Γι’ αυτό τον λόγο το καλοκαίρι κατά το οποίο ο Kern επισκέφθηκε το νησί, από το Θέατρο που είχε αποκαλύψει ο Champoiseau στην πλαγιά αυτού του λόφου, ορατά ήταν τα κατάλοιπα μόνο από τέσσερις σειρές εδωλίων37. Ο Φαρδύς ωστόσο, σύμφωνα με την αφήγηση του Kern, είχε μετρήσει συνολικά 17 σειρές εδωλίων.

Η φόρτωση των αρχιτεκτονικών μελών ερμηνεύθηκε πολύ αρνητικά από τις Οθωμανικές αρχές38, οι οποίες, από τις 28 Ιουνίου, με παρέμβαση στη Γαλλική πρεσβεία της Κωνσταντινούπολης ζήτησαν τη διακοπή της αποστολής. Ο Champoiseau, που ειδοποιήθηκε σχετικά στις 3 Ιουλίου, ανακοινώνει 2 μέρες μετά, την «εγκατάλειψη των ανασκαφών και την αναχώρησή του», η οποία πραγματοποιείται στις 8 Ιουλίου. Η ανάγνωση του ημερολογίου των ανασκαφών, στην πραγματικότητα, μας δίνει πολύ λίγες πληροφορίες για τις αρχαιολογικές δραστηριότητες της αποστολής και πολλές για τις συμπεριφορές – διαδοχή από αστοχίες και ταλαιπωρίες –του ενός και του άλλου. Ανάλογη είναι και η περιγραφή του Φαρδύ39:

….«Ευθυς δ’ εξ αρχης, ανευ προοιμιων, θα ανεφερον το θεμα της υπο-‖10 θεσεως, περι ης ο λογος προκειται, εαν μη κακη τις συνεννοησις και συνε-‖ ξηγησις μεταξυ των υπαλληλων της Σεβ. Αυτ. Κυβερνησεως, των επεφορ-‖ τισθεντων την επιβλεψιν των ανασκαφων, δεν διεταρασσε την συνεχειαν των‖ αρχαιολογικων ερευνων, δια της παρεμβολης λογων και πραγματων,‖ εκ των οποιων, παρ’ ολιγον, εγεννατο διπλωματικον ζητημα.‖15

Ο κ. Champoiseau, κατοχος Υ. Α. αδειας, ως εφθημεν ειποντες εφθασεν‖ εις Σαμοθρᾳκην τῃ 8/20 Ιουνιου ε. ε. επιβαινων του γαλλικου καταδρομικου‖ Troude. Η αδεια, ην εφερε μεθ’ εαυτου, ρητως ελεγεν οτι ωφειλε να ερευνησῃ‖ προς ευρεσιν της κεφαλης και των επιλοιπων αλλων τεμαχιων της υπ’‖ αυτου ευρεθεισης Σαμοθρᾳκιας Νικης, τα οποια παντα εδωριζεν‖20 αυτῳ η Σεβ. Αυτ. Κυβερνησις, οτι, παν αλλο ο,τι θα ευρισκεν αξιον‖ διατηρησεως θα παρεδιδε τῳ εν Κωνσταντινουπολει Αυτ. Μουσειῳ,‖ και οτι, εις επιτηρητης, εκλεγομενος υπο του Μουσειου της Κωνσταντι-‖ νουπολεως, διωριζετο οπως επιβλεψῃ τας γενησομενας εν Σαμοθρᾳκῃ‖ ανασκαφας ωριζομενης ακριβως και της ημερας της εναρξεως αυτων. ‖25

Ο κ. Champoiseau εφθασεν εις Σαμοθρᾳκην δυο ημερας προτερον‖ του ως ανωτερω ειρημενου επιτηρητου· αφου δε παρουσιασεν εις τον‖ Μουδιρην Σαμοθρᾳκης ολα τα εγγραφα του και εζητησεν αδειαν οπως‖ αρξηται των εργασιων του, κατοπιν, αναμενων παντοτε τον επιτηρητην, ηρξατο περιφερομενος μετα των 20 εργατων, ους εφερεν εκ Δεδεαγατς, εις τα‖30 περιξ της θεσεως ενθα ιδρυτο η Νικη, παρατηρων μετ’ επιστασιας τα εκει υπαρ-‖ χοντα τεμαχια μαρμαρων και ζητων το ποθουμενον. ‖ …Εν τῳ μεταξυ δε τουτου εφθασεν εκ Κωνσταντινουπολεως και ο‖ των ανασκαφών επιτηρητης, συνωδευομενος υπο τινος νεαρου Αρμενιου‖20 χαριν της νοσηρας υγειας του, ως ελεγεν, ελθοντος εις Σαμοθρᾳκην.‖ Ο κ Champoiseau μη ειδως οτι ο νεαρος ουτος Ακαδημιακος ετελει καθη-‖κοντα vigilis vigiliae και προ παντων μη διδους ουδεμιαν προσοχην‖ εις αυτον, διοτι βεβαιως περι ενος και μονου επιτηρητου ο λογος απ’ αρχης εγενετο,‖ εξεθηκεν εν λεπτομερειᾳ τα καθεκαστα των πραξεων αυτου τῳ‖25 επισημως αναγνωρισθεντι επιτηρητῃ κ. Εμιν Εφενδῃ και ετεθη εις το εργον. Τουτο δε βαρεως εθιξε την φιλοτιμιαν‖ και εις ακρον ωξυνε τον χολον του νεαρου Αρμενιου, οστις, εκδικουμενος, ‖ ηρχισεν εκσφενδονιζων καταγγελιας τῃδε κακεισε, ίσως δε μεχρι και αυτου του Ανακτος. Ουτω δε, ενῳ μεν ..., τουναντιον εν Κωνσταντινου-‖ πολει συμβουλια συνεντευξεις τηλεγραφη-‖ ματα, διακοινωσεις αλλεπαλληλα διεδεχοντο προς απελευθερωσιν της υπο‖ της γαλλικης μοιρας της Μεσογειου στρατιωτικως καταληφθεισης‖ νησου Σαμοθρᾳκης!!! ‖30

Συνεπειᾳ δε της κωμικοτραγικης ταυτης καταστασεως των πραγματων‖ ο κ.Degrand40 τηλεγραφικως προσκληθεις οπως επανακαμψῃ εις την θεσιν του,‖ κατελιπε την Σαμοθρᾳκην τῃ 22 Ιουνιου (4 Ιουλιου). Ταὐτοχρονως δε‖ τηλεγραφημα του πρεσβεως της Κωνσταντινουπολεως διεβιβασθη‖ τῳ κ.Champoiseau, δι’ ου εζητειτο λογος των θρυλλουμενων. Αυθημερον ‖ 15 δ’ επισης πολεμικον τουρκικον εκ των σταυθμευοντων εν Δαρδανελιοις‖ καταπλευσαν εις Παλαιοπολιν μετεβιβασεν εις την ξηραν ‖ τον Μουτεσσαριφην του Δεδεαγατς.‖

Λεπτων δε τινων συνεντευξις του Μουτεσσαριφου μετα του κ.Champoi-‖ seau ηρκεσεν οπως διαλυσῃ ολα τα σκοτεινα νεφη απερ απο τινων ‖20 ημερων εκαλυπτον την ειρηνικως και φιλησυχως ενεργουμενην επιστημονικην εκδρομην εν Σαμο-‖ θρᾳκῃ του γεραρου αρχαιολογου και πολιτικου συναμα ανδρος. Ουχ ‖ ηττον ομως, ει και προσκαιρον και ανευ συνεπειων, το ατεχνεστατον ‖ τουτο παρατραγωδον εψυχρανε την προθυμιαν και την καλην θελησιν‖ του επιστημονος, διο και την 28 Ιουνιου (10 Ιουλιου) αφηκε και Παλαιοπολιν‖25 και μαρμαρα ευ εχειν.‖»

Η συγκομιδή στο τέλος αυτής της εξόρμησης, η διάρκεια της οποίας ήταν συνολικά τρεις βδομάδες, ήταν μόνο πολύ μικρά κομμάτια τα οποία συσκευάσθηκαν σε τρία μικρά κιβώτια που απεστάλησαν στο Λούβρο τον Νοέμβριο του ίδιου χρόνου41.

Εικόνες


Υποσημειώσεις

1 : Διόδωρος Σικελιώτης, Βιβλιοθήκη 5.49.6 (Samothrace 1, 65-66: α/α 142).

2 : Πρβλ. BODNAR και FOSS 2003, 98-104· WILLIAMS LEHMANN 1973..

3 : BLAU 1855.

4 : CONZE 1860.

5 : HAMIAUX 2001, 153.

6 : CHAMPOISEAU 1880.

7 : «A propos du centenaire de la découverte de la « Victoire de Samothrace » par Ch. CHAMPOISEAU (avril 1863) », Gazette des Beaux-Arts, 1963, I, 252-255.

8 : Οι εργασίες άρχισαν στις 6 Μαρτίου και τελείωσαν στις 7 Μαΐου. Πρβλ. ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ 1982, 191-212 και HAMIAUX 2001, 154-164.

9 : Αδριανούπολη, 15 Μαΐου 1863.

10 : Ή διαφορετικά: «ταφικό μνημείο που σχετίζεται με την εποχή των διαδόχων του Μεγάλου Αλεξάνδρου» (πρβλ. HAMIAUX 2001, 172).

11 : ALLEN 1999, 95-96.

12 : Samothrace 1, 17: α/α 32· 24-29: α/α 54-66· 31-32: α/α 68· 33-34: α/α 70-72· 70: α/α 150-150a· 84-87: α/α 182-184, 186-188. Πρβλ. LAWAL 2003, 97-99.

13 : Πρβλ. την κινητοποίηση της Γαλλίας στην επανενεργοποίηση του Ανατολικού Ζητήματος στα μέσα της δεκαετίας 1860 και την έναρξη της ανασκαφικής δραστηριότητας (1870) της Γαλλικής Αρχαιολογικής Σχολής Αθηνών στη Θήρα (ΤΖΑΧΙΛΗ 2006, 73-4). Οι ανασκαφές της Γαλλικής Αρχαιολογικής Σχολής Αθηνών στη Δήλο (A. Lebègue) και στη Θάσο (Ch. Avezou, Ch. Picard και A. Reinach) άρχισαν αντίστοιχα στα 1873 (BRUNEAU και DUCAT 2010, 47) και 1911 (GRANDJEAN και SALVIAT 2012, 59)..

14 : DEVILLE και COQUART 1867.

15 : MICHAELIS 1908, 117.

16 : CONZE et al. 1875 και 1880.

17 : DANIEL 1975, 164-165· TRIGGER 1989, 196· MICHAELIS 1908, 158.

18 : Ο Champoiseau, θύμα της έλλειψης μεθόδου, είχε θεωρήσει τη βάση του αγάλματος ταφικό μνημείο με σαρκοφάγο και τρεις πυλώνες. Πρβλ. HAMIAUX 2001, 174

19 : CONZE et al. 1880, 88.

20 : HAMIAUX 2001, 183.

21 : CONZE et al. 1880, 55.

22 : CONZE et al. 1880, 54 κ. ε.

23 : Είχε προηγηθεί η πρώτη το διάστημα 1864-1866.

24 : Αρχικά το πλοίο αυτό ήταν το Seignelay που αντικαταστάθηκε στη συνέχεια από το Troude. Είναι χαρακτηριστική η συμβολή των πλοίων των ενδιαφερομένων χωρών στην αρχαιολογική έρευνα της Σαμοθράκης από το 1863 μέχρι το 1891: με το Ajaccio, πλοίο της Γαλλικής πρεσβείας στην Κωνσταντινούπολη, μεταφέρονται από τη Σαμοθράκη στην Κωνσταντινούπολη το άγαλμα της Νίκης με τα υπόλοιπα ευρήματα της αποστολής του 1863 και με την ατμοκίνητη κορβέτα La Gorgone του Αυτοκρατορικού Ναυτικού από τον Πειραιά στην Toulon, οι κορβέτες Zrinyi και Frundsberg της Αυτού Μεγαλειότητος του Aυτοκράτορα της Αυστρίας διατίθενται στον Conze το 1873 (CONZE et al. 1875, 5 και 7) και 1875 (CONZE et al. 1880, 1 και 4) αντίστοιχα, το πλοίο του Εθνικού Στόλου της Γαλλίας Latouche-Tréville συνδράμει τον Champoiseau το 1879 (HAMIAUX 2001, 155, 163, 183).

25 : HAMIAUX 2001, 203.

26 : Χειρόγραφο Φ3, σελίδες 99 και 307. Πρβλ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ 2008, 31-34. Το χειρόγραφο Φ3 θα πρέπει να γράφτηκε κυρίως (από τη σελίδα 92 και μετά) στη Σαμοθράκη ανάμεσα στο 1889 (βλ. Φ3, σελίδα 92, γραμμή 7) και 1897 (η τελευταία του εγγραφή, μία επιστολή προς τον Σπ. Καβούνη στην Τένεδο έχει ημερομηνία 06.10.1897: Φ3, σελίδα 307). Η Παπαγεωργίου (1982, 170) αναφέρει ότι γράφτηκε γύρω στο 1891. Οι απόγονοι του Φαρδύ το έδωσαν στον Ίωνα Δραγούμη τον Ιούλιο του 1906, όταν αυτός επισκέφθηκε τη Σαμοθράκη (πρβλ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ 1926), για να παραχωρηθεί το 1960 από τον αδελφό του Ίωνος Φίλιππο Δραγούμη στη Γεννάδειο Βιβλιοθήκη.

27 : Σε κατάλογο των μελών της Association pour l’encouragement des Études grecques en France του 1886 εμφανίζεται ως professeur de langue grecque à Cargèse (Corse). Ο Ν. Β. Φαρδύς είναι μέλος της παραπάνω Εταιρείας από το 1884, ενώ αναφέρεται για τελευταία φορά στον γενικό κατάλογο των μελών την 1η Νοεμβρίου 1900 (Revue des Études Grecques XIII, LXV): PHARDYS (Nicolas B.), ancien directeur de l’École hellénique de Cargèse, à Samothrace (Turquie) par Dédé agadj, chez MM. Hampouri frères. Αναφορά στον θάνατο του Ν. Β. Φαρδύ κάνει ο πρόεδρος M. Paul Girard στη γενική συνέλευση της 1ης Μαΐου 1902 (Revue des Études Grecques XV, VII κ. ε.).

28 : Samothrace 11, 4.

29 : HAMIAUX 2001, 203.

30 : Το κείμενο των σελίδων 259-265 τιτλοφορείται Αρχαιολογικαι Ερευναι εν Σαμοθρᾳκῃ και απευθύνεται Τῃ Συνταξει της «Αμαλθειας». Στη σελίδα 259 του χειρογράφου υπάρχει σημείωση κατά μήκος περίπου της διαγωνίου από κάτω αριστερά προς πάνω δεξιά που αναφέρει ότι «εδημοσιεύθη εις την Αμαλθειαν Σμύρνης … (δυσανάγνωστο) το 1891». Πρβλ. KERN 1893, 338, υποσημείωση 1, όπου αναφέρεται ότι δημοσιεύθηκε τον Αύγουστο του 1891 στην εφημερίδα αυτή της Σμύρνης. Το περιεχόμενο του αποσπάσματος αυτού από το χειρόγραφο του Φαρδύ (Φ3, 259-265, γραφή με μαύρο μελάνι) έχει δημοσιεύσει (χωρίς να ακολουθεί την άτονη και απνευμάτιστη γραφή του Φαρδύ) η Σ. Ν. Παπαγεωργίου (1982, 41-48).

31 : CONZE et al. 1875, 36: 1.

32 : Πρβλ. Samothrace 7, 73 κ. ε.

33 : Φ3, 262.

34 : ‖ = αλλαγή αράδας στο χειρόγραφο, 5 = 5η αράδα στη σελίδα.

35 : KERN 1893. Στο άρθρο αυτό αναφέρεται για πρώτη φορά στη διεθνή αρχαιολογική βιβλιογραφία ο Φαρδύς, ο οποίος πληροφορεί τον Kern για το τί έχει γίνει γνωστό στο νησί από το 1875 μέχρι το καλοκαίρι του 1892 και τί βρήκε ο Champoiseau στις ανασκαφές του το 1891. Ο Kern ομολογεί (1893, 337) ότι, αν και μετά την τελευταία ανασκαφική περίοδο (1875) των Αυστριακών, τη Σαμοθράκη δεν είχε επισκεφθεί αρχαιολόγος, όμως εδώ το ενδιαφέρον για τις αρχαιότητες ήταν ζωντανό και «θα πρέπει να ευχηθούμε το ωραίο παράδειγμα του κυρίου Ν. Β. Φαρδύ να ακολουθήσουν και οι κάτοικοι άλλων νησιών». Ο Φαρδύς αφιέρωνε τον ελεύθερο χρόνο στην έρευνα των αρχαιοτήτων και ο Kern (1893, 338) θυμόταν με ευχαρίστηση την ευγενική και γεμάτη γνώσεις ξενάγησή του. Και μετά την αναχώρησή του ο Φαρδύς πληροφορούσε τόσο τον ίδιο όσο και τον Conze με επιστολές για κάθε νέο επιγραφικό εύρημα.

36 : KERN 1893, 342.

37 : KERN 1893, 342.

38 : HAMIAUX 2001, 205. Ο Φαρδύς, βλ. πιο κάτω, δίνει διαφορετική εξήγηση.

39 : Φ3, 259-261.

40 : Γάλλος πρόξενος στην Αδριανούπολη.

41 : Τέσσερα κομμάτια σίμης, μία ακέραιη επιγραφή και εννιά ενεπίγραφα θραύσματα, δύο θραύσματα της ζωφόρου του Κτιρίου του Τελετουργικού Χορού, πέντε θραύσματα από το πλοίο της Νίκης, είκοσι εννιά πολύ μικρά μαρμάρινα θραύσματα από τα φτερά και το ένδυμα της Νίκης, μερικά ακαθόριστα μαρμάρινα θραύσματα, γύρω στα εξήντα κομμάτια κονιάματος μπλε, κόκκινου και μαύρου χρώματος και κεραμίδι από το Μνημείο της Νίκης, μικρά γυάλινα αγγεία, μερικά μετάλλινα θραύσματα, ένας μαρμάρινος αγκώνας και ένας μικρός μαρμάρινος Ερμής, και τέλος, ένα νόμισμα του Δημητρίου Πολιορκητή με παράσταση του Ποσειδώνα με τρίαινα στον εμπροσθότυπο και Νίκης στον οπισθότυπο.

>